βατόεις
βατόεις, thorny
βᾰτόεις, εσσα, εν, (βάτος A)
- thorny, Nic. Al. 267.
de zarzamora
πτορθεῖα
βατόεις, εσσα, εν [ᾰ] plein de ronces ou de buissons, Nic. Al. 267 (βάτος 1).
βατόεις, εσσα, εν, dornig, Nic. Al. 267.