βατράχειος
βατράχειος, of or belonging to a frog
βᾰτράχ-ειος [ρᾰ], ον, (βάτραχος)
- of or belonging to a frog: βατράχεια (sc. χρώματα) frog-colour, pale-green, Ar. Eq. 523:—also βατράχεος, α, ον, Nic. Fr. 85.5.
1 de color de rana, e.e. verde, verdoso
βαπτόμενος βατραχειοῖς
χιτωνίσκον βατραχειοῦν
(τὰ χρώματα)
βατραχέη Κύμη τε κακόχροος
de una variedad de berza
2 de ranúnculo
βατραχείῳ χυλῷ
βατράχειος, ος, ον [ᾰᾰ] de grenouille ; τὰ βατράχεια (s. e. χρώματα) Ar. Eq. 523, couleur de grenouille, c. à d. vert clair.
Étym. βάτραχος.
βατράχειος, ον, zum Frosch gehörig, τὸ β., sc. χρῶμα, Froschgrün, Ar. Eq. 521 u. Sp.
βατράχειος
βάτραχος
- of or belonging to a frog: βατράχεια (sc. χρώματα), frog-colour, pale-green, Ar.