βατραχίδιον
βᾰτραχ-ίδιον, τό, Dim. of βάτραχος, Plu. Nob. 21.
ranita
τὸ Αἰσώπου β.
βατραχίδιον, ου (τὸ) [ᾰᾰῐδ] petite grenouille, rainette, Plut. M. 984.
Étym. βάτραχος.
βατραχίδιον, τό, dim. von βατράχιον, Plut. nobil.it.