βέλτατος Save DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape βέλτατος -η, -ον sup. de ἀγαθός q.u., subst. τὸ β. lo mejor A.Supp.1054, ἀστῶν τῶν ἐμῶν τὰ βέλτατα A.Eu.487, στρατοῦ τὰ βέλτατα A.Fr.132c.14, v. tb. βέλτιστος. βέλτατος, η, ον, c. βέλτιστος, Eschl. Eum. 487 ; Suppl. 1055. Étym. cf. le suiv. βέλτατος -η -ον poët. voor βέλτιστος. βέλτατος, Aeschyl. Eum. 487 βέλτατα, Suppl. 1055 βέλτατον, Superlat. = βέλτιστος.