Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βεμβίδιον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βελουλκός
Βελοῦνον
βελοφόροι
Βελσεφών
Βέλσινον
βέλτατος
βέλτερος
Βέλτη
βέλτιον
βελτιόνως
βελτιότης
βελτιόω
βέλτιστος
βελτίων
βελτίωσις
βελτιώτα
βελτιώτερος
βελτιωτής
βελτιωτικός
βελτός
βελτύνω
βελφ-
Βελφ-
Βελφαῖος
Βελφός
Βελχάνια
Βελών
βελώνης
Βελώνιος
βεμβεύει
βεμβίδιον
βεμβικιάω
βεμβικίζω
βεμβικώδης
Βέμβινα
Βέμβινάδε
Βεμβινάδε
Βεμβιναῖος
Βεμβινάτης
Βεμβίνηθεν
Βεμβινίτης
βέμβιξ
βέμβλετο
βεμβράς
βεμβραφύη
βεμβρεῖ
βεμβρός
βεμεῖ
Βεμέσελις
βεμόλετο
βεμόριξ
Βενδήνα
Βενδίδεια
Βενδίδειον
Βενδίδιος
Βένδιξ
Βενδῖς
Βενεβενδεῖς
Βενεβενδεύς
Βενεβεντός
Βενεουεντόν
…
βεμβίδιον
Save
DGE
βεμβίδιον·
ἰχθύδιον λεπτόν
Hsch., cf.
βεμβράς
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}