βελτιωτικός Save DGE Bailly 2024 βελτιωτικός -ή, -όν enmendador, perfeccionador φιλοσοφία ψυχῆς βελτιωτική Clem.Al.Strom.7.1.3. βελτιωτικός, ή, όν, propre à améliorer, gén. Clém. 700d ; abs. Clém. 700a. Étym. βελτιόω.