βιβλιαγράφος Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape βιβλιαγράφος, v. βιβλιογράφος. βιβλιαγράφος v. βιβλιογράφος. βιβλια·γράφος, ου (ὁ) [ᾱᾰ] c. βιβλιογράφος, Crat. (Poll. 7, 211). βιβλιαγράφος -ου, ὁ [βιβλίον, γράφω] kopiïst. βιβλιαγράφος, ältere Form für βιβλιογράφος, s. Lobeck zu Phryn. 85.655.