βιατάς
βιατάς, forceful, mighty
βῐᾱτάς, α, ὁ,
- forceful, mighty, Pi. Pae. 6.84, al.; σοφοὶ καὶ χεροὶ βιαταί Id. P. 1.42; β. νόος Id. O. 9.75; of wine, potent, Id. N. 9.51; Ἄρης AP 7.492 (Anyte).
fuerte
ἀνήρ
Ἄρης
σοφοὶ καὶ χερσὶ βιαταί
Πατρόκλου βιατὰν νόον
βιατὰν ἀμπέλου παῖδ'
del vino
βιατάς, οῦ (ὁ) [ῐᾱᾱ]
1 fort, Pd. O. 9, 114 ; P. 4, 420 ||
2 violent, Pd. P. 1, 18 ; Anth. 7, 492.
Étym. βιάω.
βιατάς, ὁ, gewaltig stark, Ἄρης Pind. P. 1.10 u. öfter ; vgl. Ol. 9.81 ; Anyt. 17 (VII.492); gewalttätig ; χερσὶ βιαταί Pind. P. 1.42.
βῐᾱτάς
- 1strong, powerful μαθεῖν Πατρόκλου βιατὰν νόον O. 9.75 βιατὰς Ἄρης P. 1.10 καὶ σοφοὶ καὶ χερσὶ βιαταὶ περίγλωσσοί τʼ ἔφυν P. 1.42 βιατὰς ἀνὴρ Jason P. 4.236 Ἀντίλοχος βιατὰς P. 6.28 νωμάτω φιάλαισι βιατὰν ἀμπέλου παῖδʼ i. e. wine N. 9.51 παῖδα ποντίας Θέτιος βιατάν Achilles Pae. 6.84