Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Βίβακον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βιαιόω
βιαίως
Βίαννα
Βιαντιάδης
Βιάνωρ
βιαρκής
βιάρπαγος
βιάρχης
βιαρχία
βίαρχος
Βίας
βιάσανδρα
βιασάνδρα
βίασμα
βιασμός
βιαστέον
βιαστέος
βιαστήρ
βιαστής
βιαστικός
βιαστός
βιατ-
βιατάς
βιατήριον
Βιατία
βιάτικον
βιάτωρ
βιαφορέω
βιάω
βιβάζω
Βίβακον
Βίβακτα
Βιβαλοί
βιβάριον
βιβάς
βιβάσθω
βιβάσθων
βίβασις
Βίβασις
βιβαστής
Βιβάστιος
Βίβαστος
βιβάω
βίβημι
Βιβιανός
βιβλ
βιβλ-
Βιβλάδα
βιβλαρίδιον
βιβλάριον
Βιβλία
βιβλιαγράφος
Βιβλιαίγισθος
βιβλιαίγισθος
βιβλιακός
βιβλιαρίδιον
βιβλιάριον
Βιβλιαφόριον
βιβλιαφόρος
βιβλιδάριον
βιβλίδιον
…
Βίβακον
Save
DGE
Βίβακον
-ου, τό
Bibacon
ciu. de Germania
, Ptol.
Geog
.2.11.15.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}