βόλινθος
βόλινθος, ὁ,
- perh. = βόνασος, Arist. Mir. 830a7.
zool. bisonte Arist.Mir.830a7, cf.
βόλινθος, ου (ὁ) c. βόνασος, Arstt. Mir. 1, 2.
βόλινθος, ὁ, = βόνασος, Arist. Mirab. 1.