βόλιμος
βόλιμος,
- = μόλιβος, SIG 241.28 (Delph., iv B. C.), IG 4.1484.275 (Epid., iv B. C.): Syracusan acc. to EM 204.40.
aplazado
δίκαι
1 plomo c. valor monetario
βολίμου εἰσφορᾶς δραχμαὶ τρεῖς
μόλιβος
2 lámina de plomo
τ]οὺς ἐν τῷ βολίμῳ γε[γρα]μμένους πάντας (sc. ἀνθρώπους)
•DMic. mo-ri-wo-do.