βουτύρινος
βουτύρινος, of butter
βου-τύρινος [ῡ], η, ον,
- of butter, μύρον Dsc. 1.54.
βουτύρινος, η, ον [ῡ] de beurre, Diosc. 1, 64.
Étym. βούτυρον.
βουτύρινος, aus Butter, Diosc.
βουτύρινος, of butter