Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βούσταθμος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βούρχανις
βούρωστος
βοῦς
Βοῦς
Βουσαί
Βοῦσαι
Βούσαλβος
βούσβατον
Βούσβατος
Βουσελίδαι
βουσέλινον
Βούσελος
βουσή
βουσία
Βουσιρικός
Βούσιρις
Βουσιρίτης
βουσκαφέω
βουσκητήριον
Βούσμαδις
Βουσμαδιώτης
βουσόα
βουσόη
βουσόος
βουσός
Βοῦσος
βουσσ-
βουσσόος
Βουσσουρίγιος
βούσταθμον
βούσταθμος
βουστάνη
βουστάς
βουστασία
βουστάσιον
βούστασις
βοῦστον
βουστροφηδόν
βούστροφος
βουστρόφος
βούσυκον
βουσφαγέω
Βουτάδης
Βουτακίδης
βούταλις
βουταλίς
Βουταλίων
βουτάνη
βούταρος
βούτας
Βουτάς
Βούτας
Βουτεία
βουτελέστην
Βουτελῖνος
Βουτεών
Βούτη
Βουτηίς
βούτης
Βούτης
βουτιανείρη
…
βούσταθμος
Save
Bailly 2024
βού·σταθμος,
ου
(
ὁ
)
c. le préc.
Eur.
Hel.
359
.
Étym.
βοῦς, σταθμός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}