Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βρένθιξ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βρεκάριος
βρεκεκεκέξ
βρέκιν
βρεκόκκιον
βρέκται
βρεκτέον
βρεκτήριον
βρεκτός
Βρέκυν
βρέκων
βρέκωρ
βρέλλιον
βρέμβος
βρεμεαίνω
βρεμέθω
Βρέμουσα
βρέμω
Βρέμων
Βρέναι
βρεναίαται
Βρενδέσιον
βρένδος
Βρενθαῖος
Βρενθεάτης
βρένθειον
βρένθειος
Βρένθη
βρενθία
βρενθινά
βρενθινός
βρένθιξ
βρένθιον
βρένθις
Βρένθις
βρένθον
βρένθος
βρενθύνομαι
βρενθύομαι
βρένθυς
Βρέννος
βρενταί
Βρεντεσῖνος
Βρεντέσιον
βρέντιον
Βρέντος
βρέξις
βρέουιον
Βρεσσός
Βρετανίδες νῆσοι
Βρετανικός
Βρεταννία
Βρετανοί
βρέτας
Βρέτινα
βρέττανα
Βρεττανία
Βρεττανικός
Βρεττανίς
Βρεττανοί
Βρεττανός
Βρεττία
…
βρένθιξ
Save
Pape
βρένθιξ
, ἡ, Hesych. = βρένθις, Ath. II.69b, zyprisch für θρίδαξ, vgl.
B.A
. 223.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}