βραχύπτολις
βραχύπτολις, little city
βρᾰχύ-πτολις, εως, ἡ,
- little city, Lyc. 911:—also βρᾰχύ-πολις, Adj. belonging to a small city, Νιρεύς Eust. 317.29.
βραχύ·πτολις, εως (ἡ) [ᾰ] petite ville, Lyc. 911.
βραχύπτολις, ἡ, Kleinstadt, Lycophr. 911.