Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βυβός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βυβλάριον
βύβλασσα
βυβλει-
βυβλείδιον
Βύβλη
βυβλία
βυβλιακός
Βυβλιάς
βυβλιαφόρος
βυβλίδιον
βυβλινοπέδιλος
βύβλινος
Βύβλινος
βυβλιοθήκη
βύβλιοι
βυβλιοκαταγωγεύς
βυβλίον
βυβλιοπώλης
Βύβλιος
βυβλιοφόρος
βυβλιοφυλακία
βυβλιοφυλακικός
βυβλιοφυλάκιον
βυβλιοφύλαξ
Βυβλίς
βυβλίς
Βυβλίτης
βύβλον
βύβλος
Βύβλος
βυβός
βύβος
βυγή
βυδοί
βῦζα
Βυζακηνός
Βυζακίνα
Βυζακίς
Βύζακος
Βυζάντεια
Βυζάντειος
Βύζαντες
βυζαντία
Βυζαντιακός
Βυζαντιάς
Βυζάντιον
Βυζάντιος
Βυζαντίς
Βύζας
βυζάστρια
Βύζη
βύζην
Βύζηρες
Βυζηρικὸς λιμήν
Βύζης
Βύζινος
βύζιον
βυζόν
Βυζύη
βύζω
Βυζώ
…
βυβός
Save
LSJ
βυβός, ή, όν,
= μεστός, πλήρης, μέγας,
Sophr.
115.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}