βυδοί Save LSJ DGE Bailly 2024 βυδοί· οἱ μουσικοί, ἢ κροῦμά τι, Hsch.; cf. βίδη. βυδοί οἱ sent. dud., glosado por οἱ μουσικοί, ἢ κροῦμα τι S.Fr.1034b (cf. Hsch.), cf. βίδη, βίδυν. βυδοί, ῶν (οἱ) mot crétois = μουσικοί, Soph. fr. 79.