Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βυβλείδιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βρωμήτωρ
βρωμίτης
βρωμολόγος
βρῶμος
βρωμώδης
βρώξω
βρωσείω
βρώσιμος
βρῶσις
βρωστήρ
βρωτέον
βρωτέος
βρωτήρ
βρωτικός
βρωτός
βρωτύς
βῦ
Βύαιοι
Βυαιπαρηνός
βύας
βύβα
Βύβαι
Βυβαῖος
Βυβάσσιος
Βύβασσος
Βυβασσός
βυβλ-
βυβλάριον
βύβλασσα
βυβλει-
βυβλείδιον
Βύβλη
βυβλία
βυβλιακός
Βυβλιάς
βυβλιαφόρος
βυβλίδιον
βυβλινοπέδιλος
βύβλινος
Βύβλινος
βυβλιοθήκη
βύβλιοι
βυβλιοκαταγωγεύς
βυβλίον
βυβλιοπώλης
Βύβλιος
βυβλιοφόρος
βυβλιοφυλακία
βυβλιοφυλακικός
βυβλιοφυλάκιον
βυβλιοφύλαξ
Βυβλίς
βυβλίς
Βυβλίτης
βύβλον
βύβλος
Βύβλος
βυβός
βύβος
βυγή
βυδοί
…
βυβλείδιον
Save
LSJ
βυβλείδιον, v. βιβλίδιον.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}