Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βωλόρυχα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βωληδόν
βωλήιον
βωληνή
βωλητάρια
βωλητάριος
βωλήτης
βωλητῖνος
βωλητῖνος ἄρτος
βωλήτιον
βωλία
Βωλίγγαι
Βώλιγγες
βωλικός
βωλίνη
βώλινος
βωλίον
βωλίς
Βῶλις
Βωλῖται
βωλίτης
βωλοειδής
βωλοειδῶς
βωλοκοπέω
βωλοκόπος
βωλόκριθον
βωλολογέω
βώλομαι
βωλόναι
βωλοποιέω
βωλόπυρος
βωλόρυχα
βῶλος
Βῶλος
βωλοστροφέω
βωλοστρόφησις
βωλοστροφητέος
βωλοστροφία
βωλοστροφικόν
βωλοστρόφιον
βωλοτομέω
βωλοτόμος
βωλοτρόφος
βωλώδης
βωλώρυχα
βώλωσις
βωμαίνω
βωμάκευμα
βώμαξ
βῶμαξ
βώμενος
βώμευσις
βωμιαῖος
Βωμιῆς
βωμικός
βωμίνας
βώμιος
Βώμιος
βωμίς
βωμισκάριον
βωμίσκιον
βωμίσκος
…
βωλόρυχα
Save
LSJ
βωλόρυχα (βῶλος, ὀρύσσω)
· τὴν σῦν
(Lacon.),
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}