βωμάκευμα
βωμάκευμα [μᾱ], ατος, τό,
- = βωμολόχευμα, Apollod.Cyren. ap. Sch. Pl. R. 606c (pl.), EM 218.7.
bufonería
βωμακεύματα καὶ βωμολοχεύματα
βωμάκευμα, τό, = βωμολόχευμα, Schol. Plat. Rep. X p. 487.