Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βωμίσκιον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βωλόπυρος
βωλόρυχα
βῶλος
Βῶλος
βωλοστροφέω
βωλοστρόφησις
βωλοστροφητέος
βωλοστροφία
βωλοστροφικόν
βωλοστρόφιον
βωλοτομέω
βωλοτόμος
βωλοτρόφος
βωλώδης
βωλώρυχα
βώλωσις
βωμαίνω
βωμάκευμα
βώμαξ
βῶμαξ
βώμενος
βώμευσις
βωμιαῖος
Βωμιῆς
βωμικός
βωμίνας
βώμιος
Βώμιος
βωμίς
βωμισκάριον
βωμίσκιον
βωμίσκος
βωμίστρια
βωμῖτις
βωμοειδής
Βωμοί
βωμολόχευμα
βωμολοχεύομαι
βωμολοχέω
βωμολοχία
βωμολοχικός
βωμολόχος
βωμονικέω
βωμονίκης
βωμός
Βωμός
βωμόσπειρον
βωμοφόρος
βωμοφυλακία
βωμύκας
βῶν
βώνημα
βωνίτης
Βῶνος
βώνυσος
βῶξ
βωξίον
βωρεύς
Βωρθ-
Βωρθία
βωρίδιον
…
βωμίσκιον
Save
DGE
βωμίσκιον
-ου, τό
pequeño altar
,
altarcito
,
BGU
162.12 (II/III d.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}