γαλακτίς
γᾰλακτ-ὶς πέτρα,
- = γαλακτίτης, Orph. L. 201.
- II γαλακτίς, ίδος, ἡ, = τιθύμαλλος, Aët. 1.397.
1 mineral. galactita Orph.L.201.
2 bot. lecherina, tésula redonda, Euphorbia peplus L., Aët.1.391 (ap. crít.).
3 plu., anat. ciertas partes del intestino Priscian.Inst.2.213.2.
γαλακτίς, ίδος (ἡ) [γᾰ]
1 c. τιθύμαλλος, Aét. 1, p. 23, 40 ||
2 ἡ γ. πέτρα c. γαλακτίτης λίθος, Orph. Lith. 2, 11.
γαλακτίς, πέτρα, = γαλακτίτης, Orph. Lith. 11.