Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γαλακτιφόρος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Γαλαδηνός
Γαλάδης
γαλαδοτέω
Γαλάδραι
Γαλαδραῖος
Γαλαδρικός
Γάλαδρος
γαλαθηνός
γαλαία
γαλαίζω
γαλαϊκός
Γαλαιμένης
γάλαιον
γαλαίριον
Γαλαῖσος
Γάλαισος
Γαλαίστης
γαλακοθρέμμων
γαλακόχρως
γαλακτηφόρος
γαλακτίας
γαλακτιάω
γαλακτίζω
γαλακτικός
γαλάκτινος
γαλάκτιον
γαλακτίς
γαλακτισμός
γαλακτίτης
γαλακτίτης λίθος
γαλακτιφόρος
γαλακτοδοτέω
γαλακτοδότρια
γαλακτοδόχον
γαλακτοδόχος
γαλακτοειδής
γαλακτοθρέμμων
γαλακτοκόμος
γαλακτοκράς
γαλακτόομαι
γαλακτοπαγής
γαλακτοποιέω
γαλακτοποιητικός
γαλακτοποιΐα
γαλακτοποιός
γαλακτοποσία
γαλακτοποτέω
γαλακτοπότης
γαλακτοπρόσωπος
γαλακτοπώλης
γαλακτορροέω
γαλακτορρυής
γαλακτόρυτος
γαλακτοτροφέω
γαλακτοτρόφησις
γαλακτοτροφία
γαλακτουργέω
γαλακτουργία
γαλακτουργός
γαλακτουχέω
γαλακτουχία
…
γαλακτιφόρος
Save
DGE
γαλακτιφόρος
-ον
que da leche
πρόβατα
Pall.
Gent.Ind
.1.6, cf.
γαλακτοφόρος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}