γαλακτοδοτέω Save DGE Bailly 2024 γαλακτοδοτέω dar leche, amamantar Origenes M.12.1253C. γαλακτο·δοτέω-ῶ [γᾰ] donner du lait, Orig. 2, 1253c. Étym. γάλα, -δοτος de δίδωμι.