γαλακτοτροφέω
γαλακτοτροφέω, nourish with milk
γᾰλακτο-τροφέω,
- nourish with milk, LXX 4 Ma. 13.21, Ph. 2.82 (Pass.), PTeb. 399.4 (ii A. D.).
amamantar, dar el pecho, criar
τὸ ... ἀρσεν]ικὸν ἔγγονον Εὐδαίμονα
υἱὸν ... ἄρρενα ... ἐπὶ ἕνα ἥμισυ ἐνιαυτόν
(ὁ παῖς) τρεῖς ... μῆνας ... οἴκοι
σαρκωθεὶς καὶ γαλακτοτροφηθεὶς ἀληθῶς
• fig.
τῷ λόγῳ
γαλακτο·τροφέω-ῶ [γᾰ] nourrir de lait, Spt. 1 Macc. 13, 20 ; Phil. 2, 82, 10 ; etc.
Étym. γάλα, -τροφος de τρέφω.
γαλακτοτροφέω, mit Milch ernähren, Philo u. Sp.