γαλακτοθρέμμων
γᾰλακτο-θρέμμων, v. γαλακοθρέμμων.
nutrido con leche paród.
χύτραν ... νεογενοῦς ποίμνης ... γαλακτοθρέμμονα ... εἴδη κύουσαν
γαλακτο·θρέμμων, ων, ον, gén. ονος [γᾰ] nourri de lait, Antiph. fr. 52, 4 Kock (corr. γαλατοθρέμμων).
Étym. γ. τρέφω.
γαλακτοθρέμμων, ον, milchgenährt, Antiphan. bei Ath. X.449b, wo Dind. u. Meineke des Metrums wegen γαλατοθρεμμων conj.