γενητικός
γενητικός,
- v.l. for γεννητικός, Arist. Top. 124a24.
generador subst.
τὰ γενητικά op. τὰ φθαρτικά
γενητικός, ή, όν, var. p. γεννητικός, Arstt. Top. 4, 4.
Étym. γενητός.