γενναιοπρεπῶς
adv. con toda nobleza, sin falsos reparos
ἀπόφηνον ὅλην σαυτὴν γ. τοῖσιν ἐρασταῖς
γενναιο·πρεπῶς, adv. comme il convient à un être bien né, Ar. Pax 988.
Étym. γενναῖος, πρέπω.
γενναιοπρεπῶς, wie es einem Edlen ziemt, Ar. Pax 988.