γεῦμα
γεῦμα, γεῦμα, τό, taste, sample (noun)
- taste, smack of a thing, E. Cyc. 150; τρία γ. Ar. Ach. 187; γεύματος χάριν Arist. HA 491a8.
- II food, σιτηρὰ γ. Hp. Acut. 10: metaph., ἄγευστοι τοῦ παντρόφου γ. σοφίας Ph. 1.544.
I
1 degustación o cata del vino
ἦ γὰρ γ. τὴν ὠνὴν καλεῖ
τρία γε ταυτὶ γεύματα
γεύματ' οἴνων
ἱκανὰ ... ταῦτα δηλῶσαι τὸν ἄνδρα, καθάπερ τὸν ἀνθοσμίαν τὸ γ.
ἱερὸν γ.
cata del vino sagradoοἱ ἐπὶ τὸ γ. πραγματευόμενοι
• fig. prueba, primera impresión, contacto
γεύματος χάριν
ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐκ παραδρομῆς μαθεῖν ὡσπερεὶ γεύματος ἕνεκεν
τὸ γ. ... ἁγίου πνεύματος
2 alimento
σιτηρὰ γεύματα
ἀπόσιτοι πάντων γευμάτων
• fig.
ἄγευστοι γάρ εἰσι τοῦ παντρόφου γεύματος σοφίας
son desconocedores del gusto de la Sabiduría, el alimento universal
II gener. calidad
οἶνος ... πρώτου γεύματος
vino de primera calidadἐλαίου ... δευτέρου γεύματος
γάρου γεύματος πρωτείου
- a taste, smack of a thing, Eur., Ar.