γεύομαι
γεύομαι, γεύομαι, taste (verb)
γεύομαι
With genit., to taste of, take a taste of. Fig.: δουρὸς ἀκωκῆς Il. 21.61. Cf. Od. 21.98.
Also, fig., to make trial of, try one’s fortune with: ἀλλήλων Il. 20.258: Ἀχαιῶν Od. 17.413, χειρῶν Od. 20.181.
γεύομαι (γεύεται; ἐγεύσαντο)
- 1taste met.
- a feel, enjoy the taste of; experience, c. gen. γεύεται δʼ ἀλκᾶς ἀπειράντου (sc. Κυράνα) P. 9.35 γεύεται γὰρ ἀέθλων P. 10.7 μυριᾶν δʼ ἀρετᾶν ἀτελεῖ νόῳ γεύεται N. 3.42 ἐπεί οἱ τρεῖς ἀεθλοφόροι πρὸς ἄκρον ἀρετᾶς ἧλθον οἵ τε πόνων ἐγεύσαντο N. 6.24 γευόμενοι στεφάνων νικαφόρων (v. l. σευόμενοι) I. 1.21 τὸ δʼ ἐμόν, οὐκ ἄτερ Αἰακιδᾶν, κέαρ ὕμνων γεύεται I. 5.20
- b have enjoyment of, enjoy the company of c. gen. εἰ δὲ γεύεται ἀνδρὸς ἀνήρ τι (δεύεται Σ^γρ) N. 7.86
γεύομαι (γεύω), fut. γεύσομαι, aor. inf. γεύσασθαι: taste, with gen., met., γευσόμεθʼ ἀλλήλων ἐγχείῃσιν, Il. 20.258; χειρῶν, ‘fists,’ Od. 20.181.