Γευσιστράτη Save DGE Bailly 2024 Γευσιστράτη -ης, ἡ • Prosodia: [-ᾰ-] Geusístrata personaje de comedia, Ar.Ec.49. Γευσι·στράτη, ης (ἡ) [ᾰ] Geusistratè, f. Ar. Eccl. 49. Étym. γεύομαι, στρατός.