About Report a problem

Menu

γηρωβοσκέω

γηρωβοσκέω, γηρωκομέω, etc.,
  • v. γηροβοσκέω, γηροκομέω. γηρωπίζεται· γεροντεύεται, Hsch. γήρως, v. γῆρας.

Saved

Recent