γηρωβοσκέω
γηρωβοσκέω, γηρωκομέω, etc.,
- v. γηροβοσκέω, γηροκομέω. γηρωπίζεται· γεροντεύεται, Hsch. γήρως, v. γῆρας.
γηρωβοσκέω, u. γηρωκομέω, schlechte Lesart für γηροβοσκέω, vgl. Lobeck Phryn. p. 692.