γηροκομία
γηροκομία, care of the aged
γηροκομ-ία,
- = γηροβοσκία, J. AJ 5.9.4 (γηρωκ-), Plu. Cat.Ma. 5 (pl., γηρωκ-), Plu. Gen.Socr. 2.583c.
atención, cuidado en la vejez
(παιδίον) ἐπὶ γηροκομίᾳ τῇ αὐτῆς τραφησόμενον
γηροκομία, ας (ἡ) c. γηροβοσκία, Plut. Cato ma. 5 ; M. 583c ; Jos. A.J. 5, 9, 4.
γηροκομία, ἡ, = γηροβοσκία, Plut. Cat. mai. 5 u. a.Sp.
γηροκομία
= γηροβοσκία
from γηροκόμος
- care of the aged,Plut.