γηροτροφέω
γηροτροφέω, to feed or cherish in old age
γηροτροφ-έω,
- = γηροβοσκέω, Is. 1.39, Pl. Mx. 248d:—Pass., γηροτροφούμενοι Isoc. 14.48: fut. Med. in pass. sense, γηροτροφήσονται D. 60.32; ὑπὸ τῶν . . παίδων γηροτροφηθέντες Lys. 13.45, cf. Lycurg. 144.
alimentar, cuidar, mantener en la vejez como obligación filial
τὸν πάππον
τοὺς δὲ (πατέρας)
ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ γ. ὑμᾶς
• abs., de anim. cuidar o alimentar a los padres
γηροφορεῖ καὶ γηροτροφεῖ
el alción
• fut. en v. med.-pas.
γονεῖς ... περίβλεπτοι γηροτροφήσονται
los padres serán cuidados con miramiento
• en v. pas.
ὑπὸ τῶν ... παίδων γηροτροφηθέντες
τοὺς γονέας ... ἀναξίως ... γηροτροφουμένους
γηροτροφέω-ῶ, f. ήσω, c. γηροβοσκέω, Is. 1, 47 ; Plat. Menex. 248d ; au pass. Lys. 133 fin ; Isocr. 305e ||
➳ Fut. moy. au sens pass. 3 pl. γηροτροφήσονται, Dém. 1399, 17.
Étym. γηροτρόφος.
γηροτροφέω, = γηροβοσκέω, τινά Plat. Menex. 248d ; πάππον, πατέρα, Isae. 1.39 ; Dem. 24.203. – Pass., Lys. 18.45.
γηροτροφέω
= γηροβοσκέω, Plat.
from γηροτρόφος
fut. mid. in pass. sense, Dem.