Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γλίττον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γλήχων
γληχωνίτης
γληχωνίτης οἶνος
γληχωνοειδές
γλία
γλιάομαι
γλιᾶται
γλίνη
γλῖνος
Γλιντιδίωνες
γλινώδης
γλίον
Γλίσας
Γλισᾶς
Γλίσμα
γλίσχραι
γλισχραίνομαι
γλισχραντιλογεξεπίτριπτος
γλίσχρασμα
γλισχρεύομαι
γλισχρία
γλισχρολογέομαι
γλισχρολογία
γλίσχρος
γλισχρότης
γλισχρόχολος
γλισχρόχρως
γλισχρώδης
γλίσχρων
γλίσχρως
γλίττον
γλιττόν
γλίχομαι
γλιχός
γλιχύτης
γλιχώ
γλοηρόν
γλοία
γλοιά
γλοιάζω
γλοιάς
γλοιάφιον
γλοίης
γλοιόομαι
γλοιοποιέομαι
γλοιοποιέω
γλοιοπότις
γλοιός
γλοιόω
γλοιώδης
γλοιωδῶς
γλουθρός
γλουκού
γλούρεα
γλουρός
γλοῦρος
Γλοῦς
γλουτά
γλούτια
γλουτία
γλουτός
…
γλίττον
Save
LSJ
γλίττον, τό,
= γλοιός,
Hsch.
; = ἀπόλ[ο]υμα,
Eust.
1560.32.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}