γλιχύτης Save LSJ DGE γλιχύτης· ἀτυχὴς ἢ ἐπίπονος ἢ ἐρωτική, Hsch., cf. EM 234.25. †γλιχύτης· ἀτυχής. ἢ ἐπίπονος. ἢ ἐρωτική Hsch., cf. EM 234.25G.