About Report a problem

Menu

γληνοειδής

γληνοειδής, like a γλήνη ΙΙΙ

γληνοειδής, ές,
  • like a γλήνη III, opp. κοτυλοειδής, Hp. Art. 79; κοιλότης Gal. UP 2.11: ἀποφύσεις Id. 2.760.

Saved

Recent