γλημώδης Save LSJ DGE Bailly 2024 γλημώδης, ες, = γλαμυρός, Gal. 19.91. γλημώδης -ες acuoso glos. a γλαμυρός Gal.19.91. γλημώδης, ης, ες, c. γλαμυρός, Gal. Lex. Hipp. 19, 81.