γλυκεροστάφυλος
γλυκεροστάφυλος, with sweet grapes
γλῠκερο-στάφῠλος [ᾰ], ον,
- with sweet grapes, Opp. C. 1.465.
de dulces uvas
φθινόπωρον
γλυκερο·στάφυλος, ος, ον [ῠᾰῠ] aux doux raisins, Opp. C. 1, 46.
Étym. γλυκερός, σταφυλή.
γλυκεροστάφυλος, süßtraubigOpp. C. 1.465.