γλυκύς
γλυκύς, γλυκύς, sweet, pleasant, delightful
- sweet to the taste or smell, νέκταρ Il. 1.598; οἶνος Epich. 124, etc.; γλυκὺ ὄζειν Cratin.Jun. 1, prob. in Crates Com. 2; opp. ὀξύς, Hp. Vict. 2.55; opp. δριμύς, Plu. QConv. 2.708e: mostly metaph., even in Hom., pleasant, delightful, ἵμερος, ὕπνος, Il. 3.139, Od. 2.395; γ. αἰών 5.152, Hdt. 7.46; πόλεμος γλυκίων γένετʼ ἠὲ νέεσθαι Il. 2.453; οὐδὲν γλύκιον ἧς πατρίδος οὐδὲ τοκήων Od. 9.34, cf. Pi. N. 5.2, E. Med. 1036, etc.; γλυκύ [ἐστι], c. inf., A. Pr. 698, Alex. 210; θανεῖν γλύκιστον B. 3.47; ὅτῳ . . μηδὲν ἦν ἰδεῖν γλυκύ S. OT 1335 (lyr.), cf. 1390.
- b of water, sweet, fresh, Xenoph. 1.8, etc.; opp. πικρός, Hdt. 4.52; opp. ἁλμυρός, Arist. Mete. 355a33, etc.
- 2 after Hom. (but v. supr.), of persons, sweet, dear, γλυκεῖα (v.l. -ῆα) μᾶτερ Sapph. 90; γλυκεῖαι παῖδες ἀρχαίου Σκότου S. OC 106: c. inf., γ. φρὴν συμπόταισιν ὁμιλεῖν Pi. P. 6.52; freq. in epitaphs, IG 14.1472 (Sup.), etc.; also ὑπὲρ τῆς γλυκυτάτης πατρίδος τελευτῆσαι POxy. 33i13 (ii A. D.); ὦ γλυκύτατε my dear fellow, Ar. Ach. 462, cf. Ec. 124; sts. in bad sense, simple, silly, ὡς γ. εἶ! Pl. Hp.Ma. 288b; also applied κατʼ ἀντίφρασιν to a swine, Gal. 18(2).611; γλυκὺ πνεῖον, of mustard, Matro Conv. 90.
- II as Subst., ὁ γ. (sc. οἶνος) grape-syrup, Alex. 59, 172.14, Arist. Pr. 875b2, Herod. 6.77, POxy. 1088.51; also τὸ γ. Nic. Al. 386, POxy. 234ii6 (ii/iii A. D.).
- b of the eye of Polyphemus, Theoc. 6.22.
- 2 ἡ γ., = γλυκύρριζα, Thphr. HP 9.13.2.
- 3 ἡ γ., = χολή, Sch. Nic. Th. 594.
- III Comp. and Sup. γλυκίων Od. 9.34; γλύκιστος B. 3.47, Ael. NA 12.46, etc.; also γλυκύτερος, -τατος Pi. O. 1.109, 19, etc.; γλύσσων Xenoph. 38.2.
- IV Adv. -κέως Poll. 4.24. (Perh. fr. *δλυκύς, cf. Lat. dulcis.)
I
1 dulce, de sabor dulce
μέλιτος γλυκίων ... αὐδή
γλυκεῖαι μέλιτος ... ῥοαί
γλυκὺ ἐς γεῦσιν, οἷον μέλι
κηρίον
γλυκὺ νᾶμα μέλισσα πηγάζει
γλυκὺ ὡς μέλι
γλυκὺ χεῦμα μελίσσης
νέκταρ
σῦκα
κατάχυσμα
χυμός op. otros humores (πικρός, ἁλμυρός, στρυφνός, ὀξύς)
ἡ γλυκέη ὀπώρη
las frutas dulces del otoñoκαρποί
φύλλα
οἱ τῆς ῥοᾶς κόκκοι
ῥᾶγες
τὴν δὲ σάρκα (de un fruto) γλυκεῖαν σφόδρα
χυλοί
ἡ ῥίζα ... τῇ γεύσει γλυκεῖα
τρύξ
•
οἶνος γ.
vino dulceοἶνος γ. λευκός
μῆλον γλυκύ
manzana dulceῥοίη γλυκείη
granada dulce
• subst. ὁ γ. vino dulce Alex.60.1, Arist.Pr.875b2, PLond.2141.25, PCair.Zen.13.10 (ambos III a.C.), IStratonikeia 203.23, 205.36 (ambos II d.C.), PMag.7.184, tb. neutr.
τὸ γλυκύ
τὰ γλυκέα
los frutos dulces
2 del agua dulce frec. op. ‘salado’
ὕδωρ ψυχρὸν καὶ γλυκύ
agua fresca y dulce de un manantialτὰ μὲν οὖν ὄμβρια (ὕδατα) ... γλυκύτατά ἐστι
γλυκὺ ἐς δύναμιν οἷον ὕδωρ
οὔτε (δύναται) ἁλυκὸν γλυκὺ ποιῆσαι ὕδωρ
ni manantial salado puede dar agua dulceὕδωρ
de una laguna op. ἁλμυρόςγλυκέος ὕδατος πηγή
ὕδωρ γλυκὺ ἐκ θαλάσσης ἀνερχόμενον
• de ríos, fuentes y lagunas de agua(s) dulce(s)
ποταμὸς γ. op. πικρός
πηγή
λίμνη
op. ἁλμυρός
• subst. τὸ γ. el agua dulce
op. τὸ ἁλμυρόν
τὸ γ. καὶ τὸ πικρόν
agua dulce y amarga de fuente
3 subst. τὸ γ. lo dulce
op. τὸ ὀξύ
II fig.
1 de cosas y abstr. dulce, agradable, grato, delicioso
ὕπνος
ὕπνου γλυκυτάταν ... χάριν
θεὰ ἔμβαλε θυμῷ γλυκὺν ἵμερον ... ἀνδρὸς τὲ προτέρου καὶ ἄστεος ἠδὲ τοκήων
γ. ἵμερος ... κλαυθμοῦ καὶ στοναχῆς
παλαιγενέων ἐπέων γ. οἶστρος
dulce deseo de escuchar viejas historiasὥς σεο νῦν ἔραμαι καὶ με ἵμερος γ. αἱρεῖ
Ἔρως
Ἀφροδίτα
γλυκὺ καὶ ... πικρὸν ... κέντρον Ἔρωτος
γάμος
γ. ὀδούς ὁ τοῦ πόθου
φίλημα
γ. αἰών
su dulce vidaγλυκὺν ... αἰῶνα κλαυμάτων ἄτερ
κατέσβετο ... γ. αἰών
βίοτος
βίος
τὸ δὲ ζῆν μικρόν, ἀλλ' ὅμως γλυκύ
θανεῖν γλύκιστον
ὦ γ. ᾍδας
θάνατος
γλυκεῖαν αὐλῶν καναχάν
γλυκὺν αὐλῶν ὄτοβον
τὰς γλυκείας ... ἁρμονίας
γλυκὺς ἦχος ψαλμῶν
ἀοιδά
μέλος
ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγι μου τὰ λόγια σου
γλουκοὺ δέ †τις ἄδων†
ὡς γλυκὺ φωνεῖ
• de instrumentos musicales dulce, de dulce sonido
αὐλός
φόρμιγξ
χορδὰ γλυκίστα
Μοῦσα
ἐπέων γλυκὺν ὕμνον
ἦ γ. Ἀλκμάν
• del olor y otras sensaciones dulce, agradable
τῆς γῆς ὡς γλυκὺ ὄζει
qué buen olor exhala la tierraγλυκὺ ἐς τὴν ὄψιν
ἥλιος, ὃς γλυκὺ φέγγος ἀντέλλων φαίνει πᾶσιν ἀριπρεπέως
φῶς
σοῖσι τοκεῦσι φάος γλυκύ
• de alimentos grato, delicioso
πλακοῦς
οἶνος
αἷμα γλυκύ
del vinoψυχρὸν ... ὕδωρ καὶ γλυκὺ καὶ καθαρόν
γλυκεῖαν μόρου καταφυγήν
λύτρον συμφορᾶς οἰκτρᾶς γλυκύ
μισθὸς ... ἐπ' ἔργμασιν γ.
dulce compensación por sus trabajosἀνάπαυσις ἐν παντὶ γλυκεῖα ἔργῳ
γλυκύταται φροντίδες
πόνος
οὐδὲν γλύκιον ἧς πατρίδος
Κῶς
ὦ γλυκεῖ' Εἰράνα
(ἐλευθερίη)
αὐτοῖς τὸν χειμῶνα δοκεῖν ... ἦρος αὐτοῦ γλυκύτερον
ἀγγελία γλυκεῖα
grata noticiaγέλως
ὄνειρος
γλυκὺν αὐχένα ... κούρης
τί γλυκύ μοι, τί ποθεινὸν ἐν οὔρεσιν; Ὤλετο Δάφνις
τῆς παιδείας ... τὰς μὲν ῥίζας πικράς, τὸν δὲ καρπὸν γλυκύν
• neutr. como adv. dulcemente
μειδιάσασα γ.
2 de pers. o ref. a pers. dulce, amable, bondadoso en el carácter o en el trato
εἶναι δὲ γλυκὺν ὧδε φίλοις, ἐχθροῖσι δὲ πικρόν
πικρὸς καὶ γ. ἴσθι ... λάτρισι
ὀργά γλυκεῖα
dulce talanteὦ γλυκεῖαι παῖδες ἀρχαίου Σκότου
las Euménides
• esp. de parientes y amigos dulce, querido
μάτηρ
τῆς δ' ἦν οὔτι γλυκειότερον
θύγατερ
γλυκύτατοι ἑταῖροι
ποθέων ... ἐμὸς γ. ὤλετο βούτης
mi dulce boyero murió de amorπῇ μοι ἐμὸς γενέτης γλυκὺς οἴχεται;
Θησεύς
(habla Ariadna)λέγε μοι, γλυκεῖα
dime, queridaοὐ τὸν ἐμὸν τὸν ἕνα γλυκύν
no, por este querido único ojo mío (habla Polifemo)
• irón. simple, tonto
ὡς γ. εἶ
3 usos especiales del superlativo:
a) en diálogo cómico querido, queridísimo expresión de cariño o amistad
ὦ γλυκύτατ' Εὐριπίδη
Εὐριπίδιον ὦ γλυκύτατον καὶ φίλτατον
ὦ γλυκύτατον
ὦ γλυκύτατον Μυρρινίδιον
ὦ γλυκυτάτη Πραξαγόρα
ὦ γλυκυτάτη
¡queridísima!Ἀφροδιταρίδιον γλυκύτατον
b) en fórmulas epistolares, como expresión de cariño y añoranza, esp. de parientes cercanos
Ἱερακίων ἀσπάζομαί σε, γλυκύτατε
Δωρίων Σερηνῷ τῷ γλυκυτάτῳ υἱῷ χαίρειν
ἄσπασαι πολλὰ τὸν γλυκύτατον ἀδελφὸν Ἁρποκρατίωνα
ἄσπασε τὴν γλυκυτάτην ἐμὴν μητέραν
προσαγορεύει δὲ καὶ ὁ γλυκύτατος κοινὸς υἱὸς Θέων
te saluda también nuestro amadísimo hijo común Teónτῷ δεσπότῃ μου τῆς ψυχῆς γλυκυτάτῳ καὶ τιμιωτάτῳ
c) en fórmulas funerarias, ref. al muerto queridísimo, amadísimo, muy añorado
ἀδελφῷ γλυκυτάτῳ
πατρὶ γλυκυτάτῳ μνήμης χάριν
τῷ γλυκυτάτῳ πατρὶ ... μνείας χάριν
τοῖς γλυκυτάτοις γονεῦσιν μνήμης χάριν
d) ref. a la patria dulcísima, querida, amada frec. tb. como expr. de añoranza
τῇ γλυκυτάτῃ πατρίδι Θήρᾳ ... ἀνέθηκα
κλέος σοί ἐστιν ὑπὲρ τῆς γλυκυτάτης σου πατρίδος τελευτῆσαι
ἡ γλυκυτάτη πατρίς
τὰ ἀγάλματα ἀνέθηκαν τῇ γλυκυτάτῃ πατρίδι
III subst. ἡ γ.
1 bot. regaliz, Glycyrrhiza glabra L., Thphr.HP 9.13.2, Hsch.
2 por antífrasis bilis Hsch., Sch.Nic.Th.594.
IV adv. -έως dulcemente Poll.4.24.
•De *δλυκύς c. un tratamiento δλ- > γλ-, cf. lat. dulcis, mic. de-re-u-ko de *dleukos.
1. zoet, lekker (van smaak):
2. zoet, aangenaam, lief;
3. subst.
-ύ. Comp. γλυκίων, γλύκιον Il. 1.249, Il. 2.453, Il. 11.13, Il. 18.109: Od. 9.34.
- 1
Sweet or pleasant to the taste: νέκταρ Il. 1.598.
- 2
Generally, sweet, pleasant: ὕπνος Il. 1.610, ἵμερον Il. 3.139. Cf. Il. 2.71, Il. 3.446, Il. 14.328, Il. 23.232: αἰών Od. 5.152. Cf. Od. 2.395, Od. 7.289, Od. 8.445, Od. 9.333, Od. 10.31 = Od. 13.282, Od. 10.548, Od. 12.338, Od. 15.7, Od. 18.188, 199, Od. 19.49, Od. 22.500, Od. 23.342.
In comp. Il. 1.249, Il. 2.453 = Il. 11.13, Il. 18.109: Od. 9.34.
- 1
- 1sweet
- a of persons. γλυκυτάτᾳ γενεᾷ εὐώνυμον κτεάνων κρατίσταν χάριν πορών P. 11.57 cf. O. 6.91 —
- b of things. ψεῦδος γλυκὺ μεθέπων P. 2.37 καταίνησάν τε κοινὸν γάμον γλυκὺν μεῖξαι P. 4.223 γλυκὺν ἀμφὶ κᾶπον P. 5.24 ἀνάπαυσις ἐν παντὶ̆ γλυκεῖα ἔργῳ N. 7.52 Ἄπολλον, γλυκὺ δʼ ἀνθρώπων τέλος ἀρχά τε δαίμονος ὀρνύντος P. 10.10 γλυκὺν νόστον ἐρεισάμενοι N. 9.22 μισθὸς γὰρ ἄλλοις ἄλλος ἐπʼ ἔργμασιν ἀνθρώποις γλυκύς I. 1.47 γλυκὺ δὲ πόλεμος ἀπείροσιν pr. fr. 110. δείπνου δὲ λήγοντος γλυκὺ τρωγάλιον pr. fr. 124c. esp., sweet in sound ἔτι γλυκυτέραν κεν ἔλπομαι κλείζειν (sc. ᾠδήν) O. 1.109 ἀγγελίαν ποτὶ γλυκεῖαν O. 4.5 ἀρετᾶν καὶ στεφάνων ἄωτον γλυκὺν O. 5.1 ἐσσὶ γὰρ ἄγγελος ὀρθός, γλυκὺς κρατὴρ ἀγαφθέγκτων ἀοιδᾶν O. 6.91 γλυκὺν καρπὸν φρενός O. 7.8 λύτρον συμφορᾶς οἰκτρᾶς γλυκὺ Τλαπολέμῳ ἵσταται O. 7.77 πτερόεντα δʼ ἵει γλυκὺν Πυθῶνάδʼ ὀιστόν O. 9.11 γλυκὺ γὰρ αὐτῷ μέλος ὀφείλων ἐπιλέλαθʼ O. 10.3 ἁδυεπής τε λύρα γλυκύς τʼ αὐλὸς O. 10.94 γέλως γλυκὺς ὦρσεν χάριν P. 8.85 Ἐφυραίων ὄπʼ ἀμφὶ Πηνειὸν γλυκεῖαν προχεόντων ἐμὰν P. 10.56 ποτίφορον δὲ κόσμον ἔλαχες γλυκύ τι γαρυέμεν N. 3.32 ἐξύφαινε, γλυκεῖα, καὶ τόδʼ αὐτίκα, φόρμιγξ N. 4.44 γλυκεῖʼ ἀοιδά N. 5.2 ἴσθι, γλυκεῖάν τοι Μενάνδρου σὺν τύχᾳ μόχθων ἀμοιβὰν ἐπαύρεο N. 5.48 ἀλλʼ ἐπέων γλυκὺν ὕμνον πράσσετε N. 9.3 ἐγκιρνάτω τίς μιν, γλυκὺν κώμου προφάταν N. 9.50 οὐδʼ ἐπέρναντο γλυκεῖαι μαλθακόφωνοι ἀοιδαί I. 2.7 παυσάμενοι δʼ ἀπράκτων κακῶν γλυκύ τι δαμωσόμεθα καὶ μετὰ πόνον I. 8.8 παρθένοι χαλκέᾳ κελαδέοντι γλυκὺν αὐδᾷ [τρόπ]ον Pae. 2.101 μέλιτος ἄωτον γλυκὺν[ (sc. καταλείβειν, simm. Wil.) Πα. 6. 59. ]γλυκὺν κατʼ αὐλὸν Pae. 7.11 γλυκείας ὀπὸς ἀγασθέντες (sc. τῶν Κηληδόνων) Pae. 8.75
- c of thoughts, feelings. χάρις νόον ὑπὸ γλυκυτάταις ἔθηκε φροντίσιν O. 1.19 νιν γλυκὺς ἵμερος ἔσχεν O. 3.33 γλυκείας Ἀφροδίτας O. 6.35 αἰδῶ δίδοι καὶ τύχαν τερπνῶν γλυκεῖαν O. 13.115 σὺν γὰρ ὑμῖν τά τε τερπνὰ καὶ τὰ γλυκέα γίνεται πάντα βροτοῖς (codd.: γλυκέʼ ἄνεται Kayser) O. 14.6 γλυκὺν ἑλὼν βίοτον P. 2.26 τὸν δὲ παμπειθῆ γλυκὺν ἡμιθέοισιν πόθον P. 4.184 γλυκεῖα δὲ φρὴν καὶ συμπόταισιν ὁμιλεῖν pr. P. 6.52 τὸν δὲ σύγκοιτον γλυκὺν παῦρον ἐπὶ γλεφάροις ὕπνον ἀναλίσκοισα P. 9.23 ὅσον ὀργὰν Ξεινοκράτης ὑπὲρ ἀνθρώπων γλυκεῖαν ἔσχεν I. 2.36 πρὸς εὐφροσύναν τρέψαι γλυκεῖαν ἦτορ I. 3.10 γλυκεῖα Ἐλπίς fr. 214. 1. γλυκύ τι κλεπτόμενον μέλημα Κύπριδος fr. 217. pro subs., τὸ δὲ πὰρ δίκαν γλυκὺ πικροτάτα μένει τελευτά prosperity I. 7.48
- d fragg. ]μον γλυκειʼ[ Pae. 22.3 ]πειρατο γλυκυ[ Πα. 22g. 5. γ]λυκὺν υ[ (supp. Lobel) Θρ. 4b. 4.
- 1sweet, Il., etc.:—metaph. sweet, delightful, Hom., etc.:— γλυκύ ἐστι c. inf., Aesch., etc.
- 2of water, sweet, fresh, opp. to πικρός, Hdt.
- 3after Hom., of persons, sweet, dear, Soph.; ὦ γλυκύτατε my dear fellow, Ar.:—sometimes in bad sense, simple, silly, ὡς γλυκὺς εἶ. Plat.
-
…γάρ τοι, ὦ Σώκρατες, τοῦτʼ ἐκεῖνος εἶπεν, ὅτι ὃς ἂν δικαίως καὶ ὁσίως τὸν βίον διαγάγῃ, γλυκεῖά οἱ καρδίαν ἀτάλλοισα γηροτρόφος συναορεῖ ἐλπὶς ἃ μάλιστα θνατῶν πολύστροφον γνώμαν κυβερνᾷ. ., εὖ οὖν…
Plato, Republic
-
…μακάρων δὲ θεῶν ἀλέεινεν ὅμιλον, ἄντρῳ ναιετάουσα παλισκίῳ · ἔνθα Κρονίων νύμφῃ ἐυπλοκάμῳ μισγέσκετο νυκτὸς ἀμολγῷ, εὖτε κατὰ γλυκὺς ὕπνος ἔχοι λευκώλενον Ἥρην · λάνθανε δʼ ἀθανάτους τε θεοὺς θνητούς τʼ ἀνθρώπους. καὶ σὺ μὲν οὕτω χαῖρε ,…
NA, Homeric Hymns
-
…δʼ ἂψ εἰς αὖλιν ἀποκλίνουσι νομῆες βοῦς τε καὶ ἴφια μῆλα νομῶν ἐξ ἀνθεμοέντων · τῆμος ἄρʼ Ἀγχίσῃ μὲν ἐπὶ γλυκὺν ὕπνον ἔχευε νήδυμον, αὐτὴ δὲ χροῒ ἕννυτο εἵματα καλά. ἑσσαμένη δʼ εὖ πάντα περὶ χροῒ δῖα θεάων ἔστη…
NA, Homeric Hymns
-
…πρόγονοι πόνων · κεῖνος γὰρ ἔπερσεν ἀνθρώπους. ἐκεῖνος οὔτε στεφάνων οὔτε βαθειᾶν κυλίκων νεῖμεν ἐμοὶ τέρψιν ὁμιλεῖν, οὔτε γλυκὺν αὐλῶν ὄτοβον, δύσμορος, οὔτʼ ἐννυχίαν τέρψιν ἰαύειν. ἐρώτων δʼ ἐρώτων ἀπέπαυσεν, ὤμοι. κεῖμαι δʼ ,…
Sophocles, Ajax
-
…χειρὸς σμερδαλέον κονάβησε · γέλασσε δὲ Φοῖβος Ἀπόλλων γηθήσας, ἐρατὴ δὲ διὰ φρένας ἤλυθʼ ἰωὴ θεσπεσίης ἐνοπῆς καὶ μιν γλυκὺς ἵμερος ᾕρει θυμῷ ἀκουάζοντα · λύρῃ δʼ ἐρατὸν κιθαρίζων στῆ ῥʼ ὅ γε θαρσήσας ἐπʼ ἀριστερὰ Μαιάδος υἱὸς Φοίβου Ἀπόλλωνος…
NA, Homeric Hymns
-
…αὐτὰρ τοὺς ἄλλους κλήρῳ πεπαλάσθαι ἄνωγον, ὅς τις τολμήσειεν ἐμοὶ σὺν μοχλὸν ἀείρας τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῷ, ὅτε τὸν γλυκὺς ὕπνος ἱκάνοι. οἱ δʼ ἔλαχον τοὺς ἄν κε καὶ ἤθελον αὐτὸς ἑλέσθαι, τέσσαρες, αὐτὰρ ἐγὼ πέμπτος μετὰ…
Homer, Odyssey
-
…τοὐμὸν ἄθλιον δέμας, ἵνʼ ἦ τυφλός τε καὶ κλύων μηδέν · τὸ γὰρ τὴν φροντίδʼ ἔξω τῶν κακῶν οἰκεῖν γλυκύ. ἰὼ Κιθαιρών, τί μʼ ἐδέχου ; τί μʼ οὐ λαβὼν ἔκτεινας εὐθύς, ὡς ἔδειξα μήποτε ἐμαυτὸν ἀνθρώποισιν…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…δεινόν τε ὄρθιʼ, Ἀχαιοῖσιν δὲ μέγα σθένος ἔμβαλʼ ἑκάστῳ καρδίῃ ἄληκτον πολεμίζειν ἠδὲ μάχεσθαι. τοῖσι δʼ ἄφαρ πόλεμος γλυκίων γένετʼ ἠὲ νέεσθαι ἐν νηυσὶ γλαφυρῇσι φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν. Ἀτρεΐδης δʼ ἐβόησεν ἰδὲ ζώννυσθαι ἄνωγεν Ἀργείους · ἐν…
Homer, Iliad
-
…τῇσι τοκῆας μὲν φθῖσαν θεοί, αἱ δʼ ἐλίποντο ὀρφαναὶ ἐν μεγάροισι, κόμισσε δὲ δῖʼ Ἀφροδίτη τυρῷ καὶ μέλιτι γλυκερῷ καὶ ἡδέϊ οἴνῳ · Ἥρη δʼ αὐτῇσιν περὶ πασέων δῶκε γυναικῶν εἶδος καὶ πινυτήν, μῆκος δʼ ἔπορʼ Ἄρτεμις ἁγνή…
Homer, Odyssey
-
…ἐκέλευον. αὐτὰρ ἐπεί ῥʼ ὄμοσάν τε τελεύτησάν τε τὸν ὅρκον, στήσαμεν ἐν λιμένι γλαφυρῷ ἐυεργέα νῆα ἄγχʼ ὕδατος γλυκεροῖο, καὶ ἐξαπέβησαν ἑταῖροι νηός, ἔπειτα δὲ δόρπον ἐπισταμένως τετύκοντο. αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο…
Homer, Odyssey