γλωττοειδής
γλωττοειδής, tongue-shaped
γλωττο-ειδής, ές,
- tongue-shaped, Arist. HA 528b30; γλωσσ, v.l. in Dsc. 4.88.
γλωττοειδής, v. γλωσσοειδής.
γλωττοειδής, tongue-shaped