About Report a problem

Menu

γναθμός

γναθμός, the jaw

γναθ-μός, ὁ,
  • jaw, poet. form of sq., Il. 17.617, al.: also in pl., Od. 18.29; γναθμοῖς ἀδήλοις φαρμάκων E. Med. 1201; for ἀλλοτρίοις γναθμοῖσι γελᾶν, v. ἀλλότριος; also γναθμόν· τομώτατον καὶ αἱρετικώτατον, Hsch.

Saved

Recent