γναπτός Save Bailly 2024 Pape γναπτός, pour *κναπτός, vb. de κνάπτω, cardé. γνάπτω, γνάπτωρ, c. κνάπτω, κνάπτωρ. γναπτός, aufgekratzt, gewalkt, s. κναπτός.