γονοποιΐα
γονοποιΐα, production of offspring
γονο-ποιΐα,
- production of offspring, Alex.Aphr. Pr. 2.68.
fecundación Alex.Aphr.Pr.2.68.
γονοποιΐα, ας (ἡ) génération, procréation, A. Aphr. Probl. 2, 68.
Étym. *γονοποιός, de γόνος, ποιέω.
γονοποιΐα, ἡ, Befruchtung, Sp.