γονίας
γονίας, violent
γονίας χειμών, in A. Ch. 1067 (anap.), acc. to Hsch. εὐχερής, a
- fair wind; but, acc. to the Sch., ὅταν ἐξ εὐδίας κινηθῇ χαλεπὸν πνεῦμα.
viento fatal, quizá cargado de desastres pred.
χειμὼν πνεύσας γ. ἐτελέσθη
γ.· ἄνεμος ὅταν ἐξ εὐδίας κινηθῇ χαλεπὸν πνεῦμα
γ.· εὐχερής
γονίας, Aesch. Ch. 1063, l.d. , nach Schol. ἄνεμος, ὅταν ἐξ εὐδίας κινηθῇ χαλεπὸν πνεῦμα, vielleicht von γόνιος, = γόνιμος.
γονίας
- γονίας χειμών, perhaps a violent storm, Aesch.