γονιμώδης
γονιμώδης, fruitful
γονιμώδης, ες,
- fruitful, Orph. H. 55.19.
fecundante
λουτρά
del Nilo
γονιμώδης, ης, ες [ῐ] fécond, Orph. H. 54, 19.
Étym. γόνιμος, -ωδης.
γονιμώδης, ες, fruchtbar, Αἰγύπτου λουτρά Orph. H. 55.19.