γυναικοϊέραξ
γυναικοϊέραξ, woman-hunter
γῠναικο-ϊέραξ, ᾱκος, ὁ,
- woman-hunter, Anon. ap. Suid.
cazador de mujeres, mujeriego
κοιλιολάτραι καὶ τραπεζογίγαντες καὶ γυναικοϊέρακες
γυναικοϊέραξ, woman-hunter
cazador de mujeres, mujeriego
κοιλιολάτραι καὶ τραπεζογίγαντες καὶ γυναικοϊέρακες