Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γυναικοθύμως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γυναικειάριον
γυναικειάριος
γυναικεῖος
γυναικείως
γυναικεραστέω
γυναικεραστής
γυναικεράστρια
γυναικήιος
γυναικήϊος
γυναικηρός
γυναικίας
γυναικίζω
γυναικικός
γυναίκιον
γυναίκισις
γυναικίσκιον
γυναικισμός
γυναικιστί
γυναικοαρρενομανία
γυναικόβουλος
γυναικογένεια
γυναικογήρυτος
γυναικοδίδακτος
γυναικοδουλία
γυναικόδουλος
γυναικοειδής
γυναικοήθης
γυναικοθοίνας
Γυναικοθοίνας
γυναικόθυμος
γυναικοθύμως
γυναικοϊέραξ
γυναικοκήρυκτον
γυναικόκλωψ
γυναικόκοσμοι
γυναικοκρασία
γυναικοκράτεια
γυναικοκρατέομαι
γυναικοκράτητος
γυναικοκρατία
γυναικοκτόνος
Γυναικολιμενίτης
γυναικομανέω
γυναικομανής
γυναικομανία
γυναικόμασθον
γυναικόμασθος
γυναικομαστοβορέω
γυναικόμιμος
γυναικόμορφος
γυναικονῖτις
γυναικονοήμων
γυναικονομέω
γυναικονομία
γυναικονόμοι
γυναικονόμος
γυναικόομαι
γυναικοπαθέω
γυναικοπαθής
γυναικοπίπης
γυναικοπληθής
…
γυναικοθύμως
Save
Bailly 2024
γυναικοθύμως
[
ῠῡ
]
adv.
avec un cœur de femme,
Pol.
2, 8, 12
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}