δάσυμα
δάσῡμα [ᾰ], ατος, τό,
- = τράχωμα., Sever. ap. Aët. 7.45.
medic. aspereza, rugosidad de los párpados, a veces como sinón. de tracoma
τραχώματα, ἅπερ καὶ δασύματα πρός τινων κέκληται
λεπτύνει ... τὰ βλέφαρα καὶ τὰ τούτων δασύματα καὶ τραχώματα ἐξομαλίζει
δάσυμα, ατος (τὸ) poil touffu, Aét. p. 131.
Étym. δασύνω.
δάσυμα, τό, die Rauhheit, Aet.