δασυμέτωπος
δασυμέτωπος, with hairy forehead
δᾰσυ-μέτωπος, ον,
- with hairy forehead, κριός Gp. 18.1.3.
de testuz peluda
κριός
δασυ·μέτωπος, ος, ον, au front velu, Geop. 18, 1, 3.
Étym. δ. μέτωπον.
δασυμέτωπος, κριός, mit dichtbehaarter Stirn, Geop.